προπαιδεία


προπαιδεία
η, ΝΜΑ, και προπαίδεια, Ν [προπαιδεύω]
η προπαρασκευαστική παιδεία, η πνευματική και ηθική συγκρότηση που έχει προηγηθεί (α. «δεν είχε την κατάλληλη προπαιδεία για τέτοιες σπουδές
β. «ἦν δ' οὗτος τῶν μάλιστα ἐλευθερίων προπαιδείας τε τῆς καθ' Ἕλληνας οὐκ ἄμοιρος», Ευσ.
γ. «λογισμῶν τε καὶ γεωμετριῶν και πάσης προπαιδείας ἣν τῆς διαλεκτικής δεῑ προπαιδευθῆναι», Πλάτ.)
νεοελλ.
(συν. στον τ.) προπαίδεια α) μαθητικό εγχειρίδιο με τις τέσσερεις πράξεις τής αριθμητικής
β) (ειδικά) ο πίνακας τής πράξης τού πολλαπλασιασμού (1-100).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • προπαιδεία — προπαιδείᾱ , προπαιδεία preparatory teaching fem nom/voc/acc dual προπαιδείᾱ , προπαιδεία preparatory teaching fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προπαιδείᾳ — προπαιδείᾱͅ , προπαιδεία preparatory teaching fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προπαίδεια — η, Ν βλ. προπαιδεία …   Dictionary of Greek

  • προπαιδεία — η η πράξη του προπαιδεύω, τα πρώτα μαθήματα, η κατάρτιση, η ενημέρωση από πριν: Η προπαιδεία είναι απαραίτητη για τη μόρφωση του ανθρώπου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • προπαίδεια — [пропэдиа] ουσ. Θ. начальное, подготовительное обучение …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • προπαίδεια — η ο πυθαγόρειος πίνακας, ο πίνακας που δίνει το γινόμενο δύο μονοψήφιων αριθμών του δεκαδικού συστήματος αρίθμησης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • προπαιδείας — προπαιδείᾱς , προπαιδεία preparatory teaching fem acc pl προπαιδείᾱς , προπαιδεία preparatory teaching fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προπαιδείαν — προπαιδείᾱν , προπαιδεία preparatory teaching fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προπαιδεῖαι — προπαιδεία preparatory teaching fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προπαιδείαις — προπαιδεία preparatory teaching fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.